Παλιά Πόλη Κυπαρισσίας

Λαϊκή τέχνη και τουριστική αυτοχειρία

Του Τάση Παπαϊωάννου*

 

Παρατηρούσα το μικρό πέτρινο κτίσμα, έτσι όπως έστεκε στο άνυδρο τοπίο της Φολεγάνδρου. Με δυσκολία το διέκρινες. Καμωμένο από ωχροκίτρινη πέτρα, χανόταν ανάμεσα στις ξερολιθιές, τα βράχια και τα χρυσαφένια ξερόχορτα που το περιτριγύριζαν. Ελάχιστοι χώροι, ασκητικοί, οι απολύτως απαραίτητοι.

Οι κυβιστικοί όγκοι διατάσσονταν γύρω από μια αυλή που αποτελούσε τον κεντροβαρικό υπαίθριο χώρο της μικρής αγροικίας, η οποία έκλεινε από τον βοριά με μια ψηλή ξερολιθιά. Ετσι ολοκληρωνόταν το σχήμα. Ενα μακρόστενο ορθογώνιο στην κορφή του μικρού λόφου που συνέχιζε και κορύφωνε τις παράλληλες γραμμές των ξερολιθιών που έφταναν σαν μεγάλα σκαλοπάτια μέχρι κάτω στη θάλασσα.

Η μικρή αυλή προστάτευε τα λιγοστά δένδρα. Μια ροδιά και μια αμυγδαλιά πάσχιζαν μάταια να ξεμυτίσουν πάνω από τη μάντρα. Ο δυνατός βοριάς και η αλμύρα της θάλασσας δεν άφηναν περιθώρια να αναπτυχθούν περισσότερο. Σαν τις αγριελιές λίγο πιο κάτω που βρίσκονταν στη σειρά, κατά μήκος μιας αιμασιάς, γερμένες στο πλάι φτάνοντας σχεδόν μέχρι το έδαφος, ενώ το πάνω τους μέρος ήταν απολύτως ίσιο, λες και το είχε κλαδέψει λοξά και με μαεστρία κάποιος αόρατος κηπουρός.

Ο απλός λαϊκός τεχνίτης έκτισε μ' ένα μόνο υλικό, την πέτρα που βρήκε τριγύρω, και λιγοστά ξύλα για τη στέγη, πριν από χρόνια, τη μικρή κατοικία που σήμερα βρίσκεται ακατοίκητη. Εβλεπα τα δώματα, το ένα ελάχιστα ψηλότερο από το άλλο, ανάλογα με τις ανάγκες του χώρου που στέγαζε. Μια ήσυχη κορυφογραμμή που ανεβοκατέβαινε με μικρές, αδιόρατες εξάρσεις. Ολα έγερναν λίγο, προς το σημείο που μαζεύονταν τα νερά της βροχής και από το ένα δώμα έπεφταν στο άλλο, έτσι που στο τέλος φτάνανε σε μια ανοικτή υδρορροή, μια όμορφη «αναγλυφάδα» από πατητό σοβά που είχε σχηματιστεί στην κατακόρυφη επιφάνεια του πέτρινου τοίχου κι αυτή με τη σειρά της τα κατέβαζε σ' ένα μικρό αυλάκι που διέτρεχε την πλακόστρωση και τα οδηγούσε στη στέρνα, στο κέντρο της αυλής. Από όλες τις επιφάνειες το νερό συλλεγόταν μ' έναν απλό τρόπο στην υπόγεια δεξαμενή, ώστε να μην πάει τίποτε χαμένο.

Το νερό! Αυτό που έδινε αιώνες τώρα ζωή στα μικρά Κυκλαδονήσια. Ηταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε ανάγκη ο άνθρωπος για να ζήσει στα κακοτράχαλα τοπία τους. Κι έπειτα η αυτονόητη οικονομία στη διαχείρισή του. Ολα με το μέτρο που υποδείκνυε ο τόπος. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης, ακόμη και του πιο απόμακρου παρελθόντος, πιστοποιεί την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να κατοικήσει μέσα στο φυσικό περιβάλλον, ακόμη και στις πιο αντίξοες και εχθρικές καιρικές συνθήκες, σύμφωνα πάντοτε με τις νομοτέλειες που αυτό επέβαλλε. Ηταν αποτέλεσμα της εμπειρίας και της γνώσης που η μια γενιά παρέδιδε στην άλλη. Ηταν οι χιλιάδες προσπάθειες και επαναλήψεις, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες που δημιούργησαν τα σοφά παραδοσιακά κτίσματα, ενώ παράλληλα διακρίνονται για τον απέραντο σεβασμό απέναντι στη φύση που στα μάτια των απλών ανθρώπων αποκτούσε υπερβατικές και τις περισσότερες φορές «ιερές» ιδιότητες.

Στρέφω το βλέμμα μου στα σύγχρονα κτήρια. Στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα που ξεφυτρώνουν παντού, χωρίς σπουδή, χωρίς μέτρο. Κτισμένα για τις ανάγκες μόνο της «καλοκαιρινής σεζόν». Κι όλα να έχουν και από μια πισίνα. Σε βαθμό που αναρωτιέσαι αν οι κάτοικοι αυτής της χώρας έχασαν πια κάθε μέτρο ή έχουν τρελαθεί εντελώς, αφού και βάσει κανονισμών οι ξενοδοχειακές μονάδες πρέπει λέει -ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν- να περιλαμβάνουν υποχρεωτικά και από μία πισίνα! Πισίνες στο κέντρο του Αιγαίου! Βέβαια, για την αλόγιστη σπατάλη νερού ούτε λόγος να γίνεται. Σαν αυτούς που βάλθηκαν να γεμίσουν την Ελλάδα με γήπεδα γκολφ ή την καταστροφική και ανεξέλεγκτη υπερεκμετάλλευση των υπόγειων υδάτων, τις παράνομες γεωτρήσεις, τη μόλυνση κάθε υγροβιότοπου, ποταμών, λιμνών... για να φτάσουμε σήμερα να πίνουμε το νερό μόνο από τα πλαστικά μπουκάλια των σούπερ μάρκετ.

Κατά τα άλλα ανακαλύψαμε υποκριτικά (ως άλλοθι;) τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική, τα πράσινα κτήρια, τα οικολογικά οικοδομικά υλικά... και ξεχάσαμε πώς κτίζανε οι παππούδες μας. Εγκαταλείψαμε την κεκτημένη σοφία των προηγούμενων γενεών, επαναπαυμένοι στη σιγουριά των τεχνολογικών επιτευγμάτων και την πεποίθηση πως όλα μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Δεν έμεινε τίποτε από το σπουδαίο δίδαγμα, σε τέτοιο σημείο που το μικρό πέτρινο σπίτι να μοιάζει παράταιρο και ξένο ανάμεσα στα κακάσχημα rooms to let και στα ξενοδοχειακά εκτρώματα με τους φοίνικες και το γκαζόν. Μια άσχημη υπερβολή, μια επίπλαστη εικόνα πολυτέλειας και φτηνής γκλαμουριάς, δίπλα στα κοφτερά βράχια, στα σκίνα και στα θυμάρια. Και είναι κωμικοτραγικά, γιατί εκτός από τις χοντροκομμένες μορφές τους, περιβάλλονται και από ένα όργιο πρασίνου, ακατανόητο μέσα στο ξερό τοπίο των βράχων. Ενα πράσινο αφύσικο που για να διατηρηθεί θέλει τόνους νερού κάθε χρόνο. Και παραδίπλα, δρόμοι που χαράχτηκαν χωρίς σκέψη, τεμαχίζοντας βράχια και πλαγιές, μοιάζοντας με άσχημες ουλές στο σώμα του εδάφους, λιμάνια που κατασκευάζονται ως αδιάφορα τεχνικά έργα μόνον, καταστρέφοντας με επιχώσεις πανέμορφους όρμους και κάθε λογής έργα υποδομής από τα οποία απουσιάζει παντελώς κάθε μέριμνα για τη σωστή ένταξή τους στη γεωμορφολογία των νησιών μας.

Ας μην ξεχνάμε πως, πριν από την αρχιτεκτονική καταστροφή ενός τόπου, έχει προηγηθεί η καταστροφή του τρόπου ζωής, η αλλοίωση της συλλογικής συνείδησης της κοινωνίας. Ολα είναι μια ψευδαίσθηση ανθρώπων που τους χαρακτηρίζει η υπερβολική οίηση πως μπορούν τάχατες να αλλάξουν ακόμη κι αυτό το τοπίο των άνυδρων νησιών μας. Ενα γελοίο και άχρηστο μασκάρεμα, σαν χολιγουντιανό σκηνικό, για να μοιάζουν δήθεν με άλλους τόπους. Μα η ιδιαιτερότητα και η μοναδική ομορφιά των νησιών μας είναι ακριβώς αυτά τα τοπία που αναδεικνύονται με τα υπέροχα παιχνιδίσματα του φωτός και της σκιάς και πάνω τους αποτυπώνονται χρωματικά όλες οι εποχές του χρόνου. Πρασινίζουν την άνοιξη και γίνονται χρυσαφιά το κατακαλόκαιρο.

Δυστυχώς, προσπαθούμε να υποτάξουμε τα νησιά μας -και όχι μόνο- σ' ένα είδος τουρισμού τελείως ξένου προς αυτά. Ο καταστροφικός δρόμος που ακολουθούμε δεκαετίες τώρα μόνον ως «τουριστική αυτοχειρία» μπορεί να χαρακτηριστεί! Τουριστική βιομηχανία ακούμε να την αποκαλούν βαρύγδουπα. Ναι, αλλά αυτή η βιομηχανία «μολύνει» ανεπανόρθωτα το περιβάλλον! Δεν είναι ο παγκοσμιοποιημένος μαζικός τουρισμός που επιβάλλει τους όρους του, αλλά ο ίδιος ο τόπος που υποδεικνύει σοφά το μέτρο με το οποίο πρέπει να κτίζουμε και να τον κατοικούμε. Να τον κατοικούμε με την ουσιαστική σημασία της λέξης και όχι απλώς να τον καταναλώνουμε ως άλλη μία εικόνα. Ανάπτυξη δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο αλλοίωση του περιβάλλοντος, αλλά αντιθέτως σεβασμός και ανάδειξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα του. Εστω και την ύστατη στιγμή, ας αναλογιστούμε τη μοναδικότητα των άνυδρων τοπίων. Αυτήν την ομορφιά έρχονται άλλωστε να μοιραστούν μαζί μας οι τουρίστες κάθε χρόνο. Οχι την αισθητική μόνον ομορφιά, αλλά εκείνη τη βαθύτερη που πραγματώνει και ουσιώνει τον τόπο. Τον κάθε τόπο!

«Μόνο όταν κατανοήσουμε τον τόπο μας θα μπορέσουμε να συμμετάσχουμε δημιουργικά και να συμβάλουμε στην ιστορία του» μας προτρέπει στοχαστικά ο Christian Norberg-Schulz.

Ας προσπαθήσουμε να ακούσουμε τις «μυστικές φωνές» των τοπίων μας, ας ακολουθήσουμε τους κανόνες που εισηγούνται. Ας κάνουμε, επιτέλους, μια αρχιτεκτονική αντάξια αυτών των τοπίων. Μια σύγχρονη, στοχαστική αρχιτεκτονική που θα εξυπηρετεί τις σημερινές ανάγκες, αλλά την ίδια στιγμή θα εντάσσεται στον κάθε τόπο, στις ιδιαίτερες συνθήκες και στις πειθαρχίες του. Μια αρχιτεκτονική, δηλαδή, μακριά από κάθε φορμαλιστικό πειραματισμό, μακριά από γραφικότητες και ψεύτικο φολκλόρ. Σημασία δεν έχει η στείρα επανάληψη αυτού που υπήρξε, μια επιλογή, δηλαδή, στοιχείων από ένα ιστορικό «συνταγολόγιο» που οδηγεί σ' ένα άχρηστο ομοίωμα του παρελθόντος, αλλά να μπορέσουμε να κρατήσουμε αυτό που διαρκεί και είναι γνήσιο, γόνιμο και ουσιαστικό, αυτό μ' άλλα λόγια που αποτελεί την ενεργή παράδοση του κάθε τόπου. Ας απεξαρτηθούμε από τη γοητεία της μορφής κι ας διεισδύσουμε στον πυρήνα, στα άδυτα του κτίσματος, στα «απόκρυφα» σημεία του, αυτά που ψιθυρίζουν τη νομοτέλειά του. Το δύσκολο είναι να βρούμε τα στοιχεία που συνδέουν τα κτήρια μεταξύ τους, αυτά που βοηθούν στην αλληλεξάρτηση του ενός από το άλλο και όχι σε εκείνα τα μορφολογικά επιθέματα που τα διαφοροποιούν και τα κάνουν να ξεχωρίζουν.

Η γόνιμη δημιουργία -που πολλές φορές εμπεριέχει το λάθος- περνάει υποχρεωτικά μέσα από αλλεπάλληλες, βασανιστικές και επίπονες προσπάθειες. Ξανά και ξανά. Είναι το τίμημα της «γέννας» του πραγματικά νέου. Σαν τον τοκετό της γυναίκας. Γιατί η πρόκληση της κάθε εποχής είναι να δώσει η αρχιτεκτονική τις δικές της απαντήσεις, να εκφράσει με τον δικό της τρόπο τις σύγχρονες ανάγκες, κρατώντας -την ίδια στιγμή- ανέπαφο το αόρατο νήμα που τη συνδέει με το παρελθόν και το μέλλον ταυτόχρονα. Το νέο κτίσμα πάντα έρχεται να ακουμπήσει δίπλα σε άλλα παλιότερα που προϋπήρχαν, αλλά και σ' αυτά που θα κτιστούν στο μέλλον. Κατά βάθος τα προβλήματα παραμένουν πάντοτε τα ίδια. Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα. Η «ματιά» μας.

* Καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ