Παλιά Πόλη Κυπαρισσίας

Κριτική Βιβλίου «Το Σταυροπάζαρο» - Πέτρος Μπίκος

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΠΑΖΑΡΟ

Του Δήμου Χριστόπουλου

Ο Κυπαρίσσιος παλιός μου συμμαθητής και φίλος Δήμος Χριστόπουλος μου προκάλεσε μια ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη με το βιβλίο του «Το σταυροπαζαρο» που μου’ στειλε. Παρά το ότι με είχε ενημερώσει γι’ αυτό το έργο του και γνώριζα περίπου και το περιεχόμενό του, την ευχάριστη έκπληξη δεν την στερήθηκα καθώς βρέθηκα να κρατώ ένα βιβλίο που δεν το περίμενα τόσο προσεγμένο σε όλα του τα σημεία!

 Αρχίζοντας από το εξώφυλλο χάρηκα την μελετημένη εικονογραφική του σύνθεση με την διακριτική φιγούρα της Αγ. Τριάδας, συμβόλου της Παλιάς Πόλης της Κυπαρισσίας, και την αχνή αποτύπωση ανώνυμης γραφής με μόνα στοιχεία αναγνώρισης τη χρονολογία 1936 και το όνομα της Κυπαρισσίας. Ειδικά αυτή η γραφή, που φαινομενικά δείχνει άσχετη, στην πραγματικότητα παραπέμπει στο περιεχόμενο του βιβλίου και συγχρόνως αποπνέει μια απροσδιόριστη ποίηση…

 Στη συνέχεια μ’ εγοήτευσαν τα υπέροχα σχέδια της κας Ελένης Τζώρτζη, ενώ το Εκδοτικό Σημείωμα της κας Ιμιρζιάδου, της κυριολεκτικά «ταμένης» στον αγώνα για την προστασία και την προβολή της Παλιάς Πόλης, μ’ εντυπωσίασε τόσο που παραθέτω την συγκλονιστική τελευταία παράγραφό του: «Ανέλαβα την φροντίδα και το κόστος αυτής της έκδοσης για να επικοινωνήσω και να απευθύνω μέσα από αυτήν, την τελευταία κραυγή για τη σωτηρία της Παλιάς Πόλης».

 Ακόμη με χαρά και ικανοποίηση διάβασα το εμπνευσμένο και πολύ κατατοπιστικό Προλογικό Σημείωμα του φίλου και συναδέλφου Στάθη Παρασκευόπουλου, με το οποίο κατευόδωσε το νέο βιβλίο και του ευχήθηκε να’ ναι καλοτάξιδο. Και τέλος μ’ εσυγκίνησαν τα δυο ποιήματα του αξέχαστου τροβαδούρου της Κυπαρισσίας Θάνου Θανόπουλου, που πολύ εύστοχα επελέγησαν να κλείσουν τα ιστορούμενα σ’ αυτό το βιβλίο.

 Είναι φανερό από τα προλεχθέντα ότι ο παλιός μου φίλος και συμμαθητής Δήμος Χριστόπουλος ευτύχησε να έχει βοηθούς στην έκδοση του έργου του ανθρώπους άξιους, καλλιεργημένους και ευαίσθητους. Αυτό όμως δεν πρέπει να οδηγήσει στη σκέψη ότι χωρίς αυτή τη βοήθεια το έργο του θα έχανε μέρος της αξίας του. Εξωραΐστηκε βέβαια εμφανισιακά αλλά στην ουσία του παρέμεινε ατόφιο, όπως ακριβώς σχεδιάστηκε, δουλεύτηκε και δόθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα του. Άλλωστε, από τη φύση του αυτό το έργο δεν θα επέτρεπε κανενός είδους επέμβαση τόσο στη δομή του, όσο και στη διατύπωσή του. Κι αυτό γιατί ως ιστορικό και κυρίως λαογραφικό έργο με αυστηρά συγκεκριμένο χώρο και χρόνο αναφοράς, όπου αποκλειστική πρόσβαση είχε ο συγγραφέας, το ίδιο αποκλειστική είναι και η δυνατότητά του να μας αφηγηθεί ζωντανά και αξιόπιστα τα όσα του επέτρεψε να βιώσει αυτή η πολύτιμη πρόσβασή του. Και είναι γενικά παραδεκτό ότι κανείς άλλος από τους επιζώντες Κυπαρίσσιους συγγραφείς (και είναι αρκετοί και αξιόλογοι) δεν θα μπορούσε να περιγράψει τα όσα διαδραματίστηκαν στο χώρο του θρυλικού Σταυροπάζαρου, του σημαντικότερου δηλαδή εμπορικού κέντρου όχι μόνο της Κυπαρισσίας, αλλά ολόκληρης της Επαρχίας Τριφυλλίας, κατά το διάστημα των τελευταίων 70 περίπου χρόνων. Γιατί μόνο ο Δ. Χ. παραμένοντας αμετακίνητος στον γενέθλιό Τόπο του και συνεχίζοντας εκεί την εμπορική δραστηριότητα του πατέρα του, είναι σε θέση να γνωρίζει και να θυμάται πρόσωπα και καταστάσεις που συνθέτουν την όντως ενδιαφέρουσα ιστορία αυτού του ιδιαίτερα σημαντικού χώρου.

 Απ’ αυτόν λοιπόν τον χώρο του ξακουστού μεγαλοπάζαρου, και στη διάρκεια των πιο ταραγμένων εποχών της Νεώτερης Ιστορίας μας, αποτυπώθηκαν στη μνήμη του συγγραφέα οι πρώτες εικόνες της ζωής του. Και απ’ αυτές αρχίζει το υπέροχο και τόσο νοσταλγικό ταξίδι που μας προσφέρει με το βιβλίο του. Και θα μας μιλήσει σ’ αυτό το ταξίδι για εμπορευόμενους και καταστήματα, για επιτυχίες και παθήματα, για τύπους διάφορους με τις συνήθειές τους και για τα τερτίπια τους, για σκηνές ευτράπελες μα και πικρές, για τα καμώματα της μοίρας, για έναν κόσμο τελικά που συμφύρεται στα καλντερίμια του Σταυροπάζαρου υπό την επικυριαρχία των ακατάλυτων και συχνά ανελέητων νόμων της Αγοράς. Θα συνεχίσει αναφερόμενος σε επαγγέλματα αποξεχασμένα όπως του πεταλωτή, του παπλωματά, του καλαντζή, του μπαλωματή κ.α. Θ’ αναφερθεί ακόμη και σε εμπορικές πρακτικές που έχουν πάψει να λειτουργούν από χρόνια, σαν εκείνη της λειτουργίας και ενός άλλου, κατά πολύ μικρότερου παζαριού, στην πλατειούλα του θρυλικού πλάτανου, όπου οι αγρότες των γύρω χωριών έφερναν από την μεριά της Πισωρούγας τα προϊόντα τους για πούλημα. Κι όλα αυτά, μαζί με περισσότερα άλλα, θα μας τα διηγηθεί ο συγγραφέας σε μια καθαρή Μωραΐτικη γλώσσα και με την άνεση εκείνου που γνωρίζει από «πρώτο χέρι» αυτό για το οποίο μιλάει. Όσο για την σαφήνεια των περιγραφών του, αυτή είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Φτάνει ν’ ακολουθήσεις τις οδηγίες που δίνει στο βιβλίο του για να αναγνωρίσεις άνετα και αλάθευτα το καθένα απ’ τα σημεία που σε ενδιαφέρουν και όχι μόνο στο Σταυροπάζαρο, αλλά και σ’ ολόκληρη την Παλιά Πόλη.

 Ύστερα λοιπόν απ’ όλα αυτά δεν ήταν δικαιολογημένη η ευχάριστη έκπληξη που μου χάρισε η απόκτηση αυτού του πραγματικά ωραίου βιβλίου; Ο συγγραφέας του μπορεί να νιώθει περήφανος για το δημιούργημά του. Αλλά και ευτυχής, γιατί χάρισε στην Τοπική μας Ιστορία μια μοναδική πηγή πληροφοριών στην οποία θα προστρέχουν για πάντα οι ενδιαφερόμενοι να μάθουν πώς έζησαν σ’ αυτόν τον Τόπο οι άνθρωποι σε μια εποχή που θα γίνεται όλο και πιο μακρινή…

Παλιέ μου φίλε και συμμαθητή Δήμο, δέξου τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια.

 

 

Πετρος Mπικος